ἐχθος


ἐχθος
ἐχθος, τό, die Feindschaft, der Haß; εἰς ἔχϑος ἦλϑον παισὶ τοῖσιν Οἰδίπου, ich ward ihnen verhaßt; τινός, gegen j-n; τῷ ἐκείνου ἔχϑει, aus Haß gegen j-n

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • έχθος — ἔχθος, τὸ (ΑΜ) μίσος, έχθρα, εχθρότητα («ἔχθεα λυγρά», Ομ. Ιλ.) αρχ. το αντικείμενο τού μίσους ή τής έχθρας («ὦ πλεῑστον ἔχθος ὄνομα Σαλαμῑνος κλύειν», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. εχθρός] …   Dictionary of Greek

  • εχθός — ἐχθός (Α) επίρρ. εκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Διαλεκτικός τ. (λοκρικής, δελφικής διαλέκτου) τού εκτός (< εξ + επιρρ. κατάλ. τος), πρβλ. εν τός, λατ. in tus] …   Dictionary of Greek

  • ἔχθος — hate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθει — ἔχθος hate neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἔχθεϊ , ἔχθος hate neut dat sg (epic ionic) ἔχθος hate neut dat sg ἔχθω hate pres ind mp 2nd sg ἔχθω hate pres ind act 3rd sg ἐχθέω pres imperat act 2nd sg (attic epic) ἐχθέω imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχθίων — ἔχθος hate neut gen pl (doric) ἐχθέω pres part act masc nom sg (doric) ἐχθίων more hateful masc/fem nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθεα — ἔχθος hate neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθεος — ἔχθος hate neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθεσι — ἔχθος hate neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθεσιν — ἔχθος hate neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχθους — ἔχθος hate neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχθρός — ά, ό, αρσ. και εχτρός και οχτρός (ΑΜ ἐχθρός, ά, όν, Μ αρσ. και ὀχθρός και ὀχτρός) 1. αυτός εναντίον τού οποίου αισθάνεται κάποιος έχθρα, μίσος, απέχθεια, αποστροφή («ἐχθρὸς γάρ μοι κεῑνος ὅμως Ἀΐδαο πύλῃσιν», Ομ. Ιλ.) 2. (συν. το αρσ. και θηλ. ως …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.